www.acapus.com Greek         Αγγλικά Last updated 23/12/2004    
ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΕΣ    ΣΑΛΠΙΣΜΑ

ΣΑΛΠΙΣΜΑ    ΣΑΛΠΙΣΜΑ

Photo Album
Αναζήτηση

         
  
  
ΤΑΦΗ Η ΚΑΥΣΗ;

Ταφή ή καύση των νεκρών;



 

Ομιλίες στην ημερίδα με θέμα "Η καύση των νεκρών", Αθήναι, Τετάρτη 3 Μαρτίου 1999

 

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ: http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/tafi_i_kaysi.html



 

 

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ



 

 

Ταφή ή καύση των νεκρών;                                                                                                           3

Η θεολογική άποψη και οι εκκλησιολογικές συνέπειες της καύσης των νεκρών    6

Το σήμερα, το χθες και το για πάντα της ταφής και της καύσης των νεκρών                     12

Η καύση των νεκρών                                                                                                                      20

Η καύση των νεκρών από την άποψη της χριστιανικής ανθρωπολογίας και ηθικής        26

Ταφή ή καύση των νεκρών; -ιστορικοκανονική θεώρηση                                                        30

Η καύση των νεκρών και το σύνταγμα                                                                                       43

 


Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος





Ταφή ή καύση των νεκρών;



 

Προσλαλιά στην έναρξη της ημερίδας



 

Τό θέμα τῆς παρούσης ἡμερίδος προέκυψε ἀπό τήν ἐπικαιρότητα. Μεγάλη συζήτησις ἄρχισε νά γίνεται μέ ἀφορμήν τήν πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως νά προωθήση Νομοσχέδιο στή Βουλή, μέ τό ὁποῖον θά προβλέπεται ἡ δυνατότητα διά τούς ἑτεροδόξους, ὅπως ἀκούσαμε, ἤ διά τούς ἀλλοθρήσκους νά διαθέτουν μετά θάνατον τό σῶμα τους διά τήν καῦσιν καί ὄχι διά τήν ταφήν.

Καί εἶναι ὁπωσδήποτε δικαίωμα τῆς κάθε Κυβερνήσεως νά νομοθετῆ καί ἐπί τῶν θεμάτων αὐτῶν, ὅπως ἐπίσης εἶναι δικαίωμα καί τῆς Ἐκκλησίας νά ὁριοθετῆ καί τήν ἰδικήν της τοποθέτησιν, ἀπέναντι σέ θέματα, πού ἅπτονται εἴτε τῶν δογμάτων της, εἴτε τῶν παραδόσεών της. Καί δέν ἀμφιβάλλουμε, ὅτι ὑπάρχουν καί πολλοί, πού ἐνδιαφέρονται διά τό ζήτημα αὐτό. Ἄλλωστε καί ἡ πληθύς, ἡ ὁποία παρατηρεῖται αὐτήν τήν στιγμή, κατά τήν διάρκειαν αὐτῆς τῆς ἡμερίδος, ἀποδεικνύει "τοῦ λόγου τό ἀληθές".


Ὑπάρχουν πάρα πολλοί, πού ἐνδιαφέρονται καί ἴσως περισσότεροι ἐνδιαφέρονται νά μάθουν τήν ἄποψιν καί τήν τοποθέτησιν τῆς Ἐκκλησίας μας ἀπέναντι σέ ἕνα θέμα, τό ὁποῖον πράγματι εἶναι πολύ σοβαρόν καί πολύ σημαντικόν.


Βεβαίως, ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία πρώτη, δίδουσα τό σύνθημα, ἀνοίγει ἕνα διάλογον, ἐλεύθερον διάλογον, ἐπάνω στίς διάφορες τοποθετήσεις, οἱ ὁποῖες θά ἀκολουθήσουν.

Διά τοῦτο καί παρεκαλέσαμε τόν Ἐξοχώτατον κ. Ὑφυπουργόν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος θά εἰσηγηθῆ καί τό σχετικόν Νομοσχέδιον εἰς τήν Βουλήν, νά κάμη τόν κόπον νά εἶναι μαζί μας ἀπόψε καί νά ἀκούσωμεν καί τήν ἄποψιν τῆς alteram partem. Νά ἀκούσωμεν, δηλαδή, καί τά ἐπιχειρήματα τῆς ἄλλης πλευρᾶς. Ὅπως, ἐπίσης, ἐπιθυμοῦμε καί παρακαλοῦμε καί τίς ἄλλες πλευρές νά ἀκούσουν καί τά ἐπιχειρήματα τά ἰδικά μας.


Θά τεθοῦν ὅλα "ἐπί τάπητος" καί θά συζητηθοῦν μέ ἐλευθερίαν. Ὑπάρχουν, ὅμως, ἀρκετά ἐρωτήματα, τά ὁποῖα ἀναφύονται σέ σχέση μέ τό θέμα τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν, ἀπό πλευρᾶς βεβαίως πάντοτε τῆς Ἐκκλησίας. Καί μερικά ἀπό αὐτά τά ἐρωτήματα θά ἤθελα νά θέσω αὐτήν τήν στιγμήν ἐνώπιόν σας, ἐλπίζων ὅτι οἱ εἰσηγητές, πού μέλλουν νά μέ διαδεχθοῦν εἰς αὐτό τό βῆμα, θά ἔχουν τήν δυνατότητα νά δώσουν ἀπαντήσεις εἰς τά ἐρωτήματα αὐτά ἤ καί εἰς πολλά ἄλλα, τά ὁποῖα καί αὐτά συμπλέουν μέ τόν σχετικόν προβληματισμόν μας.


Εἶπα, προηγουμένως, ὅτι ὑπάρχουν πολλοί ἐνδιαφερόμενοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν ἐνδεχομένως νά διαθέσουν τό σῶμα τους, διά νά καῆ μετά τόν θάνατόν τους.


Πρόβλημα πρῶτον, τό ὁποῖον ἀναδύεται μέσα ἀπό αὐτήν τήν ἐπιθυμίαν. Ἔχομεν, τάχα, ἐξ ἐπόψεως χριστιανικῆς, τό δικαίωμα νά διαθέτωμεν τό σῶμα μας, ὅπως ἐμεῖς θέλομε; Εἶναι δικό μας τό σῶμα γιά νά τό διαθέτουμε, ὅπως θέλομε;

Βεβαίως οἱ σύγχρονες δημοκρατικές ἀντιλήψεις θά ἔδιδαν καταφατικήν ἀπάντησιν στό ἐρώτημα αὐτό. Ἀλλά μήπως, ἔτσι, ἀνοίγεται ἕνας δρόμος καί γιά πολλές ἄλλες πρακτικές;



Γιατί, τάχα, θά ἔχω τό δικαίωμα νά διαθέσω τό σῶμα μου μετά θάνατόν μου, ὅπως ἐγώ θέλω, καί δέν θά ἔχω τό δικαίωμα νά ἐπιλέξω τήν ὥραν τοῦ θανάτου μου ἤ καί τόν τρόπον τοῦ θανάτου μου;



Μήπως, ἑπομένως, μέ αὐτόν τόν τρόπον διανοίγωμεν καί μίαν ἄλλην διέξοδον διά τήν νομιμοποίησιν τῆς εὐθανασίας; Ἐρωτήματα εἶναι αὐτά, τά ὁποῖα, βεβαίως, καί πρέπει νά ἀπαντηθοῦν. Μπορῶ νά πῶ, ὅμως, ὅτι σύμφωνα μέ τήν διδαχήν τῆς Ἐκκλησίας μας τό σῶμα μας δέν εἶναι κτῆσις μας, εἶναι χρῆσις μας. Ἔχομε τό δικαίωμα νά τό χρησιμοποιοῦμε καί δέν εἶναι ἰδιοκτησία μας. "Οὐκ ἐστέ ἑαυτῶν", γράφει ὁ Ἀπόστολος, "ἠγοράσθητε γάρ τιμῆς".



Ἔχει λεχθῆ κατά κόρον, καί αὐτό ἀποτελεῖ ἕνα βασικό στοιχεῖο, ἐάν τό θέμα τῆς ταφῆς ἤ τῆς καύσεως εἶναι θέμα δογματικό διά τήν Ἐκκλησίαν μας.


Καί, βεβαίως, ἐρρέθη κατ' ἀρχήν, ὅτι δέν εἶναι δογματικόν. Καί τοῦτο, διότι ὁ τρόπος τῆς ἀποσυνθέσεως τοῦ σώματος δέν ἔχει, κατά κάποιον τρόπον, ἄμεσον σχέσιν μέ τά πιστεύματά μας. Καί αὐτό εἶναι ἀληθές, ἐκ πρώτης, πάντοτε, ὄψεως. Ἐλέχθη, ὅμως, καί ἡ ἄλλη συμπληρωματική ἄποψις: Μήπως εἶναι μία παράδοσις ἡ ταφή καί ὄχι ἡ καῦσις; Καί ἐάν εἶναι παράδοσις, δέν εἶναι ἀξιοσέβαστος;

Καί μήπως διά τῆς παραδόσεως παρεισάγεται, ἐμμέσως, ὄχι ἀμέσως, θέμα δογματικῆς, θά ἔλεγε κανείς, εὐθυγραμμίσεως; Μήπως, μέ ἄλλα λόγια, ἡ μακραίωνη παράδοσις ἐμμέσως ὁδηγεῖ σέ μία πολύ σοβαράν ὑπόστασιν τῆς ταφῆς καί ὄχι τῆς καύσεως;



Εἶναι καί αὐτό ἕνα θέμα, τό ὁποῖον πρέπει, ἀσφαλῶς, νά ἀντιμετωπισθῆ ἀπό τούς θεολόγους μας, διά νά γνωρίζωμεν, ὅτι πολλά ἀπό ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἰσχύουν εἰς τήν πίστιν μας μπορεῖ νά μήν ἔχουν δογματικήν κάλυψιν, ἔχουν ὅμως παραδοσιακότητα καί αὐτή ἡ παλαιά παράδοσις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία προσδίδει εἰς ὅλες αὐτές τίς πρακτικές καί τίς τακτικές μίαν ἀρχαιοπαράδοτον, θά ἔλεγε κανείς, πρακτικήν.



Ὁ Μέγας Βασίλειος, ὅπως εἶναι γνωστόν, ὁμιλεῖ γιά πρακτικές, οἱ ὁποῖες ἐμμέσως καί ἐπιμηκῶς καί προφορικῶς ἔχουν καθιερωθῆ εἰς τήν Ἐκκλησίαν μας. Ὅπως π.χ. τό νά προσευχόμεθα ἐστραμμένοι πρός ἀνατολάς ἤ νά κάμνωμεν τό σημεῖον τοῦ Σταυροῦ. Πουθενά εἰς τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας μας δέν εἶναι διατυπωμένες τέτοιου εἴδους ὁδηγίες. Ὅμως ἰσχύουν μέ πολύν σεβασμόν, γιά ὅλους τούς χριστιανούς, διότι μᾶς ἔχουν παραδοθῆ μέσα ἀπό τήν παράδοσίν μας. Μήπως, ἑπομένως, καί ἡ παράδοσις μπορεῖ νά διεκδικήση καί τήν ἀξίαν ἑνός σιωπηροῦ ἤ ἀγράφου δόγματος; Ἐρώτημα εἶναι αὐτό, τό ὁποῖον χρήζει ἀπαντήσεως. Ἀπό τό ἄλλο μέρος, μήπως ἡ καῦσις, καί ὄχι ἡ ταφή, εἶναι αὐτή ἡ ὁποία προσδίδει μίαν ἔνδειξιν ἀπαξίας πρός τό σῶμα;



Εἶναι γνωστή ἡ θέσις τοῦ Χριστιανισμοῦ γενικότερα περί τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, ὡς "ναοῦ τοῦ ἐν ἡμῖν Ἁγίου Πνεύματος" καί δέν εἶναι, ἀγαπητοί μου, χωρίς σημασίαν τό γεγονός, ὅτι οἱ θρησκεῖες ἐκεῖνες, εἰς τάς ὁποίας ἔχει ἐπικρατήσει ἡ καῦσις ἀντί τῆς ταφῆς, ὅλες διακρίνονται διά τήν ἀπαξίαν, τήν ὁποίαν δίδουν πρός τό σῶμα, τό ὁποῖον θεωροῦν δεσμωτήριον καί φυλακήν τῆς ψυχῆς. Καί ἑπομένως, ὁ θάνατος δι' αὐτάς εἶναι ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς ψυχῆς. Καί ἑπομένως, ὁ θάνατος δι' αὐτάς εἶναι ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς ψυχῆς ἀπό τά δεσμά τοῦ σώματος.



Ὑπάρχουν ὁπωσδήποτε καί ὁρισμένα ἐπιχειρήματα, τά ὁποῖα ἔχουν σχέσιν μέ τήν οἰκολογίαν, μέ τήν ὑγιεινήν, μέ τήν χωροταξίαν καί γενικότερα μέ λόγους χρηστικούς, θά ἔλεγα, τά ὁποῖα ἐπιχειρήματα ἐπιδιώκουν νά καθυποτάξουν τήν ἀντίληψιν τῆς Ἐκκλησίας εἰς μίαν "χρηστικήν" διαχείρισιν τοῦ νεκροῦ σώματος.


Καί διερωτῶμαι καί ἐρωτῶ: Εἶναι σωστό, μέ τέτοιου εἴδους ἐπιχειρήματα, καθαρῶς χρηστικά, χρησιμοθηρικά δηλαδή νά ἀντιμετωπίζεται ἕνα τόσο σοβαρό θέμα; Καί ἔπειτα, μία παράδοσις εἴκοσι χριστιανικῶν αἰώνων καί πολλῶν ἄλλων προχριστιανικῶν αἰώνων, πού ἔχει σχέσιν μέ τήν ταφήν, εἶναι ἀμελητέα καί πρέπει μέ τόσην εὐκολίαν αὐτήν τήν ἀρχαιοπαράδοτον παράδοσιν ἐμεῖς νά τήν μεταβάλλωμεν σήμερα; Μήπως αὐτή ἡ τακτική εἶναι ἐπικίνδυνη, μέ τήν ἔννοιαν, ὅτι ἔτσι ἀρχίζει τό "ξήλωμα" τῶν παραδόσεών μας;

Ὅλοι ἐρωτοῦν ποῖα εἶναι ἡ ἄποψις τῆς Ἐκκλησίας ἐπάνω στό θέμα τῆς ταφῆς ἤ τῆς καύσεως. Καί, βεβαίως, προεξοφλοῦν τήν ἀπάντησιν, ὅτι πρέπει, τάχα, καί ἡ Ἐκκλησία νά συμφωνήση μέ τήν καῦσιν τῶν νεκρῶν, μόνον καί μόνον, διά νά συμπλέη μέ τόν ἐκσυγχρονισμόν καί μέ τούς νεωτερισμούς. Ἀλλά εἶναι τώρα καιρός νά χαλᾶμε τίς παραδόσεις μας, χωρίς νά ὑπάρχει σοβαρός λόγος;


Γιά ποιό λόγο, δηλαδή, θά πρέπει νά ἐνστερνισθοῦμε ἀπόψεις, οἱ ὁποῖες εἶναι παντελῶς ξένες πρός τήν παράδοσίν μας, μόνον καί μόνον γιά νά φανοῦμε ὅτι εἴμεθα ἐκσυγχρονισμένοι καί νεωτεριστές; Μήπως μιά τέτοια ἀντίληψις, στό κάτω-κάτω τῆς γραφῆς, μπορεῖ νά ἀποδειχθῆ "μπούμεραγκ" γιά ὅλους μας; Ὅταν μέ τόση εὐκολία εἴμαστε ἕτοιμοι νά ἀπαρνηθοῦμε παραδόσεις, ἐπάνω στίς ὁποῖες στηρίζεται ἡ ἰδιοπροσωπία μας καί ἡ πνευματική μας ταυτότητα;


Ἐμεῖς, οἱ Ἕλληνες, εἴμαστε ἕνας λαός, ὁ ὁποῖος διακρίνεται ἀπό τό ἕνα μέρος διά τήν στερεάν προσήλωσίν του πρός τίς παραδόσεις καί ἀπό τό ἄλλο μέρος διά τήν εὐκολίαν, μέ τήν ὁποίαν εἶναι διατεθειμένος νά τίς ἀπαρνεῖται. Πρέπει, ἴσως, νά βροῦμε τήν μέσην καί βασιλικήν ὁδόν. Δέν εἶναι καί τόσον κολακευτικόν δι' ὅλους μας νά ἔχωμε τέτοια εὐκολία προσβάσεως στίς νέες ἀντιλήψεις, οἱ ὁποῖες εἶναι παντελῶς ξένες πρός τά ἤθη καί τά ἔθιμα τοῦ λαοῦ μας.


Γιά νά μήν ἐπαναλάβω τήν δυσκολίαν πού ὑπάρχει διά τήν Ἐκκλησίαν, πέραν ὅλων τῶν ἄλλων, νά ἀλλάξη καί τόν προσανατολισμόν τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν, καί αὐτῆς ἀκόμη τῆς Ἐξοδίου Ἀκολουθίας, δηλαδή τῆς Κηδείας, ἡ ὁποία ὅλη εἶναι συντεθειμένη μέ τήν προϋπόθεσιν τῆς προσευχῆς διά τήν ἀνάπαυσιν τῆς ψυχῆς ἀφ' ἑνός καί ἀφ' ἑτέρου τήν ὁμαλήν διάλυσιν τοῦ σώματος, μέσα εἰς τήν μητέρα γῆν, ὅπως λέμε.



Ἑπομένως, εἰς τήν σημερινήν ἡμερίδα εἶμαι βέβαιος ὅτι θά δοθοῦν οἱ εὐκαιρίες - οἱ ἀφορμές ἤδη ὑπάρχουν - προκειμένου νά ἀκουσθοῦν ἀπόψεις ἀπ' ὅλες τίς πλευρές καί νά καταστῆ δυνατόν, ἀφ' ἑνός μέν ἡ ἄποψις τῆς Ἐκκλησίας νά γίνη εὐρύτερον γνωστή, καί ἐμεῖς εὐχόμεθα νά γίνη καί ἀποδεκτή, καί ἀπό τό ἄλλο μέρος νά ἀκουστοῦν καί οἱ ἀπόψεις τῆς ἄλλης πλευρᾶς, γιά νά δοῦμε, ἐάν εἶναι τόσον σοβαρές, ὥστε νά ὁδηγήσουν σέ μία τόσον σημαντικήν τομήν σ' ἕνα θέμα, τό ὁποῖον ἤδη ἔχει ἀρχίσει νά ἀπασχολῆ τήν κοινωνίαν καί δέν θέλω νά πιστεύω ὅτι φθάνει εἰς τό σημεῖον νά τήν διχάζη.



Εὔχομαι καλήν ἐπιτυχίαν εἰς τάς ἐργασίας αὐτῆς τῆς ἡμερίδος, τήν ὁποίαν ὅλοι παρακολουθοῦμεν καί θά παρακολουθήσωμεν μέ πολλήν μεγάλην προσοχήν, ὅπως τῆς ἀξίζει.


 

Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιερόθεος



 




Η θεολογική άποψη και οι εκκλησιολογικές συνέπειες της καύσεως των νεκρών



 

Κατ' ἀρχήν εὐχαριστῶ τήν Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ἀνάθεση σέ μένα αὐτοῦ τοῦ κρισίμου θέματος πού ἀπασχολεῖ τήν ἑλληνική κοινωνία, αὐτόν τόν καιρό. Δέν πρόκειται νά ἐξαντλήσω τό σοβαρό αὐτό θέμα, ἀλλά θά ὑπογραμμίσω μερικές συνοπτικές ἀπόψεις γύρω ἀπό τήν θεολογία καί τήν ἐκκλησιολογία τοῦ ζητήματος, ἐνῶ ἄλλοι εἰσηγητές θά τό ἀντιμετωπίσουν ἀπό ἄλλες ἐνδιαφέρουσες πλευρές.

Εἰσαγωγικά, θά ἤθελα νά ὑπογραμμίσω ὅτι σέ εἰδική μελέτη τοῦ κ. Γεωργίου Ἀντουράκη, Καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν, καί μέ τίτλο: "Ταφή, καύση καί ἀνάσταση νεκρῶν· μηνύματα ἀπό τήν παράδοση καί τήν τέχνη", ὑπάρχει πλούσιο ὑλικό γιά τό θέμα αὐτό. Θά ἤθελα, ἐδῶ, νά παρουσιάσω τρία ἐνδεικτικά σημεῖα.


Πρῶτον
, ὅτι ὅλοι οἱ πολιτισμένοι λαοί τῆς ἀρχαιότητας φρόντιζαν γιά τούς νεκρούς τους, περισσότερο ἀπό τούς ζωντανούς καί ἀκόμη στούς περισσότερους λαούς ὑπῆρχε ἡ δυνατότητα ἐπιλογῆς μεταξύ ταφῆς καί καύσεως τοῦ σώματος. Θεωρεῖται ὅτι ἡ καύση προῆλθε ἤ ἀπό φόβο στούς νεκρούς ἤ γιά νά ἐξαφανίσουν τά νεκρά πτώματα, τά ὁποῖα θεωροῦσαν πηγή μιάσματος. Στήν ἀρχαία Ἑλλάδα, κυρίως ἀπό τούς κλασικούς χρόνους μέχρι σήμερα, ἐπικρατεῖ ἡ παράδοση νά θάπτουν τούς νεκρούς τους, διότι ἐπίστευαν ὅτι ἡ ψυχή τοῦ ἄταφου νεκροῦ δέν μπορεῖ νά εἰσέλθη στά "Ἠλύσια πεδία, ἀλλά περιπλανᾶται, ἕως ὅτου ταφῆ. Ὡστόσο, στούς ὁμηρικούς χρόνους παρατηρεῖται καί τό φαινόμενο τῆς καύσης τῶν νεκρῶν. Στούς νεώτερους χρόνους εἰσήχθη ἡ καύση τῶν νεκρῶν στήν Γαλλία, μετά τήν Ἐπανάσταση, μέ διάταγμα τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1789. Σήμερα, σέ εὐρεία κλίμακα, ἐφαρμόζεται ἡ καύση τῶν νεκρῶν σέ διάφορες Προτεσταντικές Ἐκκλησίες, στούς ἀπίστους καί τούς Ἐλευθεροτέκτονες.



Δεύτερον
. Ὅπου ἐφαρμοζόταν στήν ἀρχαιότητα ἡ καύση τῶν νεκρῶν συνδεόταν πάντοτε μέ δύο χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Τό ἕνα, ὅτι γινόταν μέ θρησκευτική ἱεροτελεστία, καί τό ἄλλο ὅτι πουθενά δέν ἐφαρμοζόταν ὡς μέθοδος πλήρους ἀποτεφρώσεως, ἀλλά μετά τήν καύση τῶν σωμάτων συνέλεγαν τά ἐναπομείναντα ὀστᾶ, τά τοποθετοῦσαν σέ πολυτελεῖς λάρνακες καί τά ἔθαπταν σέ εἰδικούς τάφους. Δηλαδή, γινόταν καύση καί ταφή σωμάτων καί ὄχι ὁλοκληρωτική καί πλήρης ἀποτέφρωση. Ἡ ἀποτέφρωση σέ εἰδικούς κλίβανους εἶναι νεώτερη συνήθεια, ἄγνωστη στούς ἀρχαίους χρόνους. Αὐτό πρέπει ἰδιαιτέρως νά ὑπογραμμισθῆ.



Τρίτον
. Δέν ὑπάρχει καμία μαρτυρία οἰκειοθελοῦς καύσεως σωμάτων στήν χριστιανική περίοδο, ἀλλά πάντοτε ὁ Χριστιανισμός ἦταν ὑπέρ τῆς ὁλόσωμης ταφῆς τῶν νεκρῶν. Πρέπει νά πῶ, ὅτι δέν ἔχω ἐντοπίσει ἀπόφαση Οἰκουμενικῆς καί Τοπικῆς Συνόδου πού νά καταδικάζη τήν καύση, ἀκριβῶς γιατί δέν διανοήθηκε κανείς νά θέση ζήτημα καύσεως τῶν σωμάτων. Ἐμμέσως μπορεῖ κανείς νά χρησιμοποιήση τό Ἀποστολικό χωρίο: "εἴ τις τόν ναόν φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός" (Α´ Κορ. γ´, 17), πού εἶναι ἐναντίον κάθε "κακοποιήσεως" τοῦ σώματος. Ὁ Σπυρίδων Μακρῆς ἀναφέρει ὅτι μόνο στόν Τερτυλλιανό συναντοῦμε σαφῆ θέση ἐναντίον τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν, ἀλλά δέν μπόρεσα νά ἐντοπίσω τό χωρίο αὐτό. Ὑπάρχει, ὡστόσο, μιά ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πάνω στό θέμα αὐτό. "Ὅταν τό 1960 (σύμφωνα μέ ἐπιθυμία πού ἐκφράστηκε στήν διαθήκη του) τό νεκρό σῶμα τοῦ σπουδαίου καλλιτέχνη - ἀρχιμουσικοῦ καί ἐπίτιμου ἀκαδημαϊκοῦ Δημ. Μητρόπουλου ἀποτεφρώθηκε σέ κλίβανο καί ἡ στάχτη του συγκεντρώθηκε σέ μιά πολύ ἁπλή λήκυθο, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος - παρά τίς παρακλήσεις πολλῶν - ἀρνήθηκε κάθε ἐπίσημη ἤ ἀνεπίσημη ταφή", ἔστω καί μία ἀνεπίσημη δέηση.



Μετά τά διαφωτιστικά αὐτά εἰσαγωγικά θά ἤθελα νά δοῦμε τήν θεολογία γύρω ἀπό τήν σχέση τῆς ψυχῆς μέ τό σῶμα. Μέσα ἀπό τήν θεολογία αὐτή μποροῦμε νά καταλήξουμε στό ποιά εἶναι ἤ πρέπει νά εἶναι ἡ στάση τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στήν ἀποτέφρωση τῶν σωμάτων.


 


1. Ἡ θεολογική προσέγγιση


 

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ἔχει μιά συγκεκριμένη ἀρχή καί βέβαια δέν ἔχει τέλος, γιατί ἔτσι τό θέλησε ὁ Θεός. Αὐτό λέγεται ἀπό τήν ἄποψη ὅτι κάθε κτιστό πού ἔχει ἀρχή ἔχει καί τέλος, ὅμως αὐτό δέν ἰσχύει γιά τόν ἄνθρωπο, σύμφωνα μέ τήν βούληση τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, αὐτή ἡ σχέση τῆς ψυχῆς πρός τό σῶμα εἶναι πολύ δυνατή καί μποροῦμε νά τήν δοῦμε μέσα ἀπό τήν ὀντολογία τοῦ ἀνθρώπου, τήν διαδικασία τοῦ θανάτου, ἀλλά καί τήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου μετά τόν θάνατό του, δηλαδή μετά τήν ἔξοδο τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα, καθώς ἐπίσης καί μέσα ἀπό τήν ἐκ νέου ἕνωση τῆς ψυχῆς μέ τό σῶμα.


Ὁ ἄνθρωπος μέ τήν δημιουργία του εἶναι μιά συγκεκριμένη ὑπόσταση - πρόσωπο, πού διαφέρει ἀπό κάθε ἄλλη ὑπόσταση. Καί ἡ ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου δέν συγκεκριμενοποιεῖται καί δέν περιορίζεται στήν ψυχή, ἀλλά ἐπεκτείνεται στήν ὅλη ὕπαρξή του. Εἶναι σημαντικά ὅσα ὑποστηρίζει ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Μάρτυς καί Φιλόσοφος, δίδοντας τόν ὁρισμό τοῦ ἀνθρώπου: "τί γάρ ἐστιν ὁ ἄνθρωπος, ἀλλ' ἤ τό ἐκ ψυχῆς καί σώματος συνεστός ζῶον λογικόν; Μή οὖν καθ' ἑαυτήν ψυχή ἄνθρωπος; Οὔ, ἀλλ' ἀνθρώπου ψυχή. Μή οὖν καλοῖτο σῶμα ἄνθρωπος; Οὔ, ἀλλ' ἀνθρώπου σῶμα καλεῖται". Καί συνεχίζει, γιά νά πῆ ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν καλεῖται γιά ἕνα ἀπό αὐτά, δηλαδή γιά τήν ψυχή ἤ γιά τό σῶμα, ἀλλά "τό ἐκ τῆς ἀμφοτέρων συμπλοκῆς καλεῖται ἄνθρωπος".



Αὐτό σημαίνει ὅτι τό σῶμα δέν εἶναι ἁπλῶς τό φυλακτήριο τῆς ψυχῆς, ὅπως ἰσχυρίζονταν τά ἰδεολογικά καί φιλοσοφικά ρεύματα τῆς ἀρχαιότητας, ἀλλά τό ἕνα στοιχεῖο τῆς ὑποστάσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ψυχή εὑρίσκεται πανταχοῦ τοῦ σώματος, μέ τήν ἐνέργειά της, καί ζωοποιεῖ τό σῶμα. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικό ὅτι ὁ ἱερός Δαμασκηνός στά νεκρώσιμα τροπάριά του, μιλώντας γιά τό ἄψυχο σῶμα, πού βρίσκεται στόν τάφο, τό ὀνομάζει κατ' εἰκόνα Θεοῦ: "καί ἴδω ἐν τοῖς τάφοις κειμένην τήν κατ' εἰκόνα Θεοῦ φθαρεῖσαν ἡμῖν ὡραιότητα, ἄμορφον, ἄδοξον μή ἔχουσαν εἶδος". Δηλαδή, τό νεκρό σῶμα εἶναι καί λέγεται κατ' εἰκόνα Θεοῦ. Αὐτό δέν νοεῖται ἀπό τήν ἄποψη ὅτι ὁ Θεός ἔχει σῶμα, ἀλλά μέ δύο σημασίες. Πρῶτον, ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ
Ὁποῖος ὅταν ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐνηνθρώπησε, εἶναι τό πρωτότυπο καί τό ἀρχέτυπο τοῦ ἀνθρώπου, καί δεύτερον, ὅτι, ὅπως ὁ Θεός ζωοποιεῖ τήν κτίση ὁλόκληρη, ἔτσι καί ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ζωοποιεῖ τό συνημμένο σῶμα.



Πράγματι, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀναφερόμενος στό γεγονός ὅτι τό κατ' εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἰσχυρότερο ἀπό τό κατ' εἰκόνα τῶν Ἀγγέλων, ἄν καί οἱ δύο ἔχουν τά λεγόμενα "εἰκονικά ὑποδείγματα τῆς Ἁγίας Τριάδος", ἤτοι νοῦ, λόγο καί πνεῦμα, διδάσκει ὅτι αὐτό συμβαίνει, γιατί ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου μέ τό πνεῦμα ζωοποιεῖ τό συνημμένο μέ αὐτήν σῶμα, τό ὁποῖο δέν ἔχουν οἱ Ἄγγελοι. Δηλαδή, τό κατ' εἰκόνα τῶν Ἀγγέλων ἔχει μέν πνεῦμα, ἀλλά ὄχι πνεῦμα ζωοποιό, ἀφοῦ δέν ἔχει λάβει σῶμα. Ἀντίθετα, ἡ νοερά καί λογική φύση τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἐπειδή κτίστηκε μαζί μέ τό γήινο σῶμα, "καί ζωοποιόν ἔλαβε τό πνεῦμα παρά τοῦ Θεοῦ". Καί βέβαια, ἡ ψυχή ἔχει τέτοια συνάφεια καί μάλιστα ἀγάπη πρός τό σῶμα "ὡς μηδέποτε ἀπολιπεῖν τοῦ ἐθέλειν, μηδ' ἀπολείπειν ὅλως, μή βίας ἐπενεχθείσης ἐκ νόσου δή τινος μεγίστης ἤ πληγῆς ἔξωθεν".



Ἡ μεγάλη καί ἰσχυρά ἑνότητα μεταξύ ψυχῆς καί σώματος φαίνεται καί ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου δέν ἐξαντλεῖται στήν ψυχή, ἀλλά ἐπεκτείνεται στόν ὅλο ἄνθρωπο πού ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα. Ὁλόκληρη ἡ λατρευτική καί μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας ἀναφέρεται στόν ὅλο ἄνθρωπο. Ἁγιάζεται τό νερό καί μέσα στό ἁγιασμένο νερό ἐμβαπτίζεται ὅλος ὁ ἄνθρωπος. Ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος, ἀποτελούμενος ἀπό ψυχή καί σῶμα, μέ τήν ἀναγέννησή του καί τήν ἐν Πνεύματι ζωή, εἶναι μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν κάνουμε λόγο γιά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἐννοοῦμε μέλη πραγματικά τῆς τεθεωμένης σαρκός τήν ὁποία προσέλαβε ὁ Χριστός ἀπό τήν Παναγία. Ἡ σχέση μας μέ τήν Ἐκκλησία δέν εἶναι ἰδεολογική, μυστικιστική, ἀλλά πραγματική, ἀφοῦ ἀποτελοῦμε τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὄχι μόνο πνευματικά, ψυχικά καί ψυχολογικά, ἀλλά καί σωματικά.

Καί βέβαια, ὅταν κάνουμε λόγο γιά σωτηρία, ἐννοοῦμε τήν διατήρηση τοῦ ὅλου ἀνθρώπου. Ἡ λέξη σωτηρία προέρχεται ἀπό τό σῶον + τηρῶ. Εἶναι χαρακτηριστικό τό χωρίο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: "Αὐτός δέ ὁ Θεός τῆς εἰρήνης ἁγιάσαι ὑμᾶς ὁλοτελεῖς, καί ὁλόκληρον ὑμῶν τό πνεῦμα καί ἡ ψυχή καί τό σῶμα ἀμέμπτως ἐν τῇ παρουσίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Χριστοῦ τηρηθείη" (Α´ Θεσ. ε´, 23).


Τό ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὑπόσταση, ὡς πρός τήν ὁλοκληρωτική ἑνότητα ψυχῆς καί σώματος, φαίνεται καί ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου δέν θέλει νά ἀποχωρισθῆ ἀπό τό σῶμα καί μέ αὐτόν ἀκόμη τόν θάνατο. Τό φοβερό μυστήριο τοῦ θανάτου δέν ἔγκειται ἁπλῶς στό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος χάνει καί ἀποχωρίζεται ἀγαπημένα του πρόσωπα, ἀλλά στό ὅτι ἡ ψυχή ἀποχωρίζεται τό ἀγαπημένο της στοιχεῖο, δηλαδή τό σῶμα. Εἶναι χαρακτηριστικός ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ: "Ὄντως φοβερώτατον τό τοῦ θανάτου μυστήριον, πῶς ψυχή ἐκ τοῦ σώματος βιαίως χωρίζεται ἐκ τῆς ἁρμονίας καί τῆς συμφυΐας ὁ φυσικώτατος δεσμός, θείῳ βουλήματι ἀποτέμνεται". Ὑπάρχει φυσικώτατος δεσμός μεταξύ ψυχῆς καί σώματος, ἐπικρατεῖ ἁρμονία μεταξύ αὐτῶν τῶν δύο στοιχείων τῆς ὑποστάσεως τοῦ ἀνθρώπου καί, ἑπομένως, ὁ χωρισμός μεταξύ ψυχῆς καί σώματος γίνεται βιαίως καί τελικά μέ τήν βούληση τοῦ Θεοῦ.

Ἀλλά καί ἀκόμη μετά τόν χωρισμό τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα δέν καταργεῖται ἡ ὑπόσταση. Καίτοι ἡ ψυχή ἀποχωρίζεται ἀπό τό σῶμα, ἐν τούτοις ἡ ὑπόσταση παραμένει ἀχώριστη καί, θά λέγαμε, ἄτμητη. Αὐτή τήν θεολογική ἀλήθεια μποροῦμε νά τήν δοῦμε σέ δύο βασικά σημεῖα.

Τό ἕνα ὅτι ἡ ψυχή, χωριζομένη τοῦ σώματος, διατηρεῖ μέσα της τίς ἀναμνήσεις του. Αὐτό μποροῦμε νά τό δοῦμε σέ ἕνα τροπάριο τοῦ Κανόνος τοῦ Μ. Σαββάτου: "Ὁ ᾅδης Λόγε, συναντήσας σοι ἐπικράνθη, βροτόν ὁρῶν τεθεωμένον, κατάστικτον τοῖς μώλωψι καί πανσθενουργόν". Ἐδῶ λέγεται ὅτι ὁ ἅδης εἶδε τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ γεμάτο ἀπό μώλωπες, ἀλλά πανσθενουργό. Καί ἐξηγεῖ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, πολύ ὀρθόδοξα καί πατερικά, ὅτι στόν ἅδη κατέβηκε ἡ ψυχή μαζί μέ τήν θεότητα, ἐνῶ τό σῶμα παρέμεινε στόν τάφο μαζί μέ τήν θεότητα. Ὁπότε οἱ μώλωπες πού εἶδε ὁ ἅδης ἔπρεπε νά εἶναι ἤ τῆς θεότητος ἤ τῆς ψυχῆς. Τό πρῶτο ἀποκλείεται γιατί, ὅταν ἔπασχε ἡ ἀνθρώπινη φύση στόν Σταυρό, δέν συνέπασχε ἡ θεότητα, ἀφοῦ παρέμεινε ἀπαθής. Ἑπομένως, οἱ μώλωπες πού εἶδε ὁ ἅδης ἦταν οἱ μώλωπες τῆς ψυχῆς. Πῶς ὅμως ἐννοεῖται αὐτό, ἀφοῦ οἱ μώλωπες ἔγιναν στό σῶμα; Ἀπό τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς, ἄλλες ἐνεργοῦν χωρίς τήν συνέργεια τοῦ σώματος (νοῦς, διάνοια καί δόξα) καί ἄλλες χρειάζονται καί τήν συνέργεια του σώματος (ἡ φαντασία καί ἡ αἴσθηση). Ἐπειδή τά στίγματα τοῦ Χριστοῦ ἦσαν αἰσθητά, γι' αὐτό καί κοινά ἦσαν τά στίγματα τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος. Ἔτσι, ὅταν μαστιζόταν ἡ σάρκα τοῦ Χριστοῦ καί ἔπασχε, τότε "εἰκόνες καί τύποι καί φαντασίαι τινές ἀμυδραί τῶν μαστίγων καί παθῶν καί εἰς αὐτήν ὑπεχαράττοντο τήν ψυχήν· ὅθεν ἀκούομεν ὅτι καί αἱ ψυχαί τῶν ἁμαρτωλῶν ἀπάγονται εἰς τόν ἅδην, τά στίγματα καί σημεῖα τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν περιφέρουσαι".

Τό δεύτερο σημεῖο, πού δείχνει ὅτι παρά τόν χωρισμό τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα δέν διασπᾶται ἡ ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ὅτι ἡ ψυχή, παρά τόν χωρισμό της ἀπό τό σῶμα καί τήν διάσπαση τῶν μελῶν τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, γνωρίζει τά μέλη της καί δέν ἀπομακρύνεται ἀπό αὐτά. Λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ὅτι ἡ ψυχή ἐπιγινώσκει τό δικό της τεμάχιο καί ὁδηγεῖται ἀπό τά σημεῖα πού βρίσκονται τά λείψανα στήν ἀναγνώριση τῶν μελῶν τοῦ ὅλου σώματος. Ἔτσι ἡ ψυχή δέν ἀπομακρύνεται ἀπό τό δικό της σῶμα "οὔτε εἰ ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῶν συντριμμάτων οὔτε εἰ πρός τό ἀκατέργαστον τῆς τῶν στοιχείων ὕλης καταμιχθείη". Καί βέβαια, γιά νά καταλήξη στό συμπέρασμα αὐτό, χρησιμοποιεῖ δύο παραδείγματα ἀπό τήν ζωγραφική καί τήν κεραμική τέχνη.

Ἑπομένως, ἡ ψυχή, καί μετά τόν χωρισμό της ἀπό τό σῶμα, γνωρίζει καί ἀναγνωρίζει τά στοιχεῖα καί τά μέλη τοῦ σώματος, ὁπότε μέ τήν δύναμη καί ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ θά εἰσέλθη πάλι στό δικό της σῶμα καί ἔτσι θά γίνη ἀνάσταση τῶν νεκρῶν σωμάτων. Εἶναι πολύ χαρακτηριστική ἡ προφητεία τοῦ Προφήτου Ἰεζεκιήλ, ὅπου περιγράφεται θαυμάσια αὐτή ἡ ἀνάσταση τῶν σωμάτων (Ἰεζ. λζ´ 1-14).

Φυσικά τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, κατά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, θά εἶναι τό ἴδιο, ἀλλά ἄφθαρτο, ἀθάνατο καί ἀνακαινισμένο. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει περί αὐτοῦ: "οὕτω καί ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ· σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει· σπείρεται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν" (Α´ Κορ. ιε´ 42-44). Δηλαδή, τό ἀναστημένο σῶμα θά ἔχει τά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τῆς ὑποστάσεώς του, ἀλλά θά εἶναι ἀνακαινισμένο, ἀφοῦ, κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, θά γίνη νέα ἀνάπλαση, ἀνακαίνιση, χωρίς νά ὑπάρχουν τά στίγματα τῆς φθαρτότητος καί τῆς θνησιμότητος, θά εἶναι ὅπως τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας πρό τῆς πτώσεως καί ὅπως ἦταν τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ μετά τήν Ἀνάστασή Του. Τό ὅτι θά γίνη καινούργια πλάση, χωρίς νά καταργηθοῦν τά σημεῖα τῆς ὑποστάσεώς του, φαίνεται ἀπό τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, σύμφωνα μέ τήν ὁποία θά ἀποκατασταθοῦν καί ὅλες οἱ ἀσθένειες, δηλαδή καί ὅλες οἱ ἐλλείψεις τοῦ ἀνθρώπινου σώματος. Ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Μάρτυς καί Φιλόσοφος λέγει ὅτι, ἐάν ὁ Χριστός κατά τήν πρώτη ἔλευσή του στήν γῆ θεράπευσε τίς ἀσθένειες τῆς σαρκός καί ἔκανε ὁλόκληρο τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἀναπληρώνοντας τά ἐλλείποντα μέλη, "πολλῷ μᾶλλον ἐν τῇ ἀναστάσει τοῦτο ποιήσει, ὥστε καί ἀκέραιον καί ὁλόκληρον ἀναστῆναι τήν σάρκα".

Ἑπομένως, ἡ ἀποκαλυπτική ἀλήθεια, ὅπως ἐκφράστηκε στήν Ἁγία Γραφή καί στά πατερικά κείμενα, βεβαιώνει ὅτι &


«Μέγας Αλέξανδρος, ο Καταραμένος»!
«Μέγας Αλέξανδρος, ο Καταραμένος»!
ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤ ...
Περισσότερα >>
Άνοιξε τον ήχο

1. Περισσότερα >>